Βιώματα της υπαίθρου, αλλοτινά…
 (το αγροτικό τοπίο που γνώρισα κι έχασα)!

(Φωτογραφία: Lee Meller, Ελλάδα 1938)

«Βαθύτατα με συνεκίνησεν εκείνος, ο αγνός, ο ωραίος,
της υπαίθρου, ο εντελώς ιδικός σου τρόπος…»

(«Αλαφροΐσκιωτος», Άγγελος Σικελιανός)

Η επαφή μου με το αποκαλούμενο «αγροτικό τοπίο» χρονολογείται από τα παιδικά μου χρόνια, ή ακριβέστερα, από τότε που αισθάνθηκα τον εαυτό μου. Ήμουν παιδί αγροτών, που οι σκληροί καιροί τούς ήθελαν βασανισμένους, να δουλεύουν με κόπο την ξερή γη για να επιβιώσουν, σε μιαν αβέβαιη πορεία. Τη μοίρα τους ένοιωθαν πως ακολουθούσα, σα μια βαριά κληρονομιά, γι’ αυτό κι από παιδί η μάνα με μεγάλωνε με μιαν επίμονη συμβουλή, στην οποία αποτυπωνόταν η αγωνία της για το μέλλον μου –να μη γίνει σαν το δικό τους. «Να σπουδάσεις παιδί μου, να φύγεις από τα χωράφια, να μη βασανιστείς σαν εμάς…», μου έλεγε.
Η συμβουλή της κείνη, τώρα, μετά από τόσα χρόνια, που η απόσταση άμβλυνε τους όποιους συναισθηματισμούς, τολμώ να πω ότι υπήρξε για μένα ένα «βάρος», μιαν υποχρέωση που έπρεπε να εκπληρώσω, για μην έχει η ζωή μου την τύχη της μάνας. Όχι πως δεν πεθυμούσα τα γράμματα, κι ούτε μου βγήκε σε κακό τ’ ό,τι τ’ ακολούθησα –τουναντίον–, όμως να…, υπήρχε ένα στανιό, λόγω των συνθηκών, μιαν αόριστη επιβολή στην προσπάθεια, κι αυτό δε μου άρεσε. Τήρησα όμως τη σοφή συμβουλή της μάνας και νάμαι τώρα κριτής (στοχαστής, γιατί όχι…) του εαυτού μου, να σκέφτομαι τα παρελθόντα και ν’ αναπολώ…
Καλοκαιριάτικο ξημέρωμα. Με το πρώτο φως της ημέρας ξεκινούσε η μακρά περιπέτεια της οικογένειας στον αγρό. Μικρά παιδάκια, εγώ και η αδελφή μου, μπερδεύαμε τα βήματά μας στο ξύπνημά μας, όμως στη φωνή της μάνας ξέραμε τι έπρεπε να κάνουμε κι ότι έπρεπε να το κάνουμε γρήγορα και σωστά.
Η συνήθεια μάς είχε εκπαιδεύσει σε αυτό… Το κάρο με τον πατέρα μάς περίμενε στο δρόμο, για το καθημερινό ταξίδι στο χωράφι. Μια ώρα απόσταση ήταν μέχρις εκεί, μια διαδρομή που τα σύγχρονα οχήματα την κάνουν σε λίγα μόνο λεπτά της ώρας, μα το δυσκίνητο όχημά μας, κάτω από τον ράθυμο βηματισμό του αλόγου, την έκαμε σε πολύ πολλαπλάσιο χρόνο. Δεν παραπονιόμασταν όμως, τουλάχιστον είχαμε κάποιο μέσο να μας πηγαίνει, συνηθίσαμε εξάλλου ν’ απολαμβάνουμε την ίδια διαδρομή στο στενό καρόδρομο, τον γιομάτο με λακκούβες και πέτρες, που έδινε τυραγνικό ρυθμό στην πορεία μας, με την ανά δευτερόλεπτο αναπήδησή μας σε κάθε χωμάτινη αναποδιά.
Το «ταξίδι μας» αυτό είχε άλλες χάρες, που η καθημερινή ρουτίνα των ίδιων στιγμών δεν τις σκότωνε και κάθε μέρα τις απολαμβάναμε εξίσου δυνατά. Αυτές επισκίαζαν την όποια ταλαιπωρία μας κι απόδιωχναν το βάρος των στιγμών. Μας άρεσε η μυρωδιά της νωπής γης –μια ιδέα μούχλας που μας τρέλαινε!–, λες και το χώμα ανάσαινε, αφήνοντας το χνώτο του πάνω μας ̇ θεωρούσαμε ευλογία να ρουφούμε αυτή την ανάσα.
Το σπουργίτι που μας ακολουθούσε ήταν συνήθεια απαραίτητη, το περιμέναμε –σάμπως νάταν το ίδιο κάθε φορά;–, επιζητούσαμε το τραγούδι του, το φτερούγισμά του στην καλαμιά, το ξέχυμά του μπρος μας, τη στροφή του στον ουρανό κατόπιν και το ακολούθημά του. Ήταν θεόσταλτο το παιχνίδι του, ήταν πράγματι μεγαλειώδες να βλέπεις το αθώο τούτο μικρό πλάσμα, το λεύτερο κι ανεξάρτητο, να παίζει μαζί σου και να σου προσθέτει φύση στο Είναι σου!
Μας άρεσε να παρατηρούμε στο βάθος την ατέλειωτη θάλασσα, ακολουθώντας πορεία παράλληλη με τον ορίζοντα, να χάνεται στο απέραντο γαλάζιο η ματιά, να ξεσηκωνόμαστε, να γινόμαστε ποιητές στο κοίταγμά της, να ζούμε έναν πρωτογενή λυρισμό στην ιδέα ότι αυτή η άδολη, η τολμηρή, η θάλασσά μας!, αντλούσε το φυσικό φως και μας το έστελνε αντανακλώντας το, ενισχυμένο από τη ζωογόνα δύναμή της. Ήταν, αλήθεια, στιγμές μέθης κείνες, έκστασης κι αληθινού πάθους, από τη φύση που ρουφούσαμε, νοιώθοντάς την αγνή, ατόφια, καθαρή, να μας αποκαλύπτεται και να μας υποβάλλει στο μεθύσι της.
Συνομιλούσαμε λες μαζί της, την αφουγκραζόμασταν, ήταν μιαν αίσθηση δυνατή η επαφή με τα φυσικά, με τα γήινα. Αμφιβάλλω πια, αν τα σύγχρονα μέσα μετακίνησης, στους ασφαλτοστρωμένους αγροτόδρομους, προσφέρουν την ευτυχία της δύσκολης κείνης διαδρομής. Λες και η φύση μάς αντάμειβε για ό,τι η ζωή πολύ μάς στερούσε!..
Σα φτάναμε στον αγρό, η μάνα μάς έβαζε κάτω από τη λεύκα, στην άκρη του αύλακα, από τον οποίον ποτιζόταν το χωράφι και μετά χανόταν σβησμένη κάπου μέσα σε αυτόν. Η καλλιέργεια την κάλυπτε και σκυφτή εντός της, σιωπηλή στην πράξη της, έλεες σαν μας έβλεπες παιδιά μόνα στη λεύκα, πως δεν ήταν λογικό η τέτοια παρουσία μας εκεί. Κι όμως, ήταν η πλέον αληθινή στιγμή του βίου μας, να ζούμε τη φύση με το παιχνίδι μας, λεύτεροι κι ανεξάρτητοι στο ρόλο μας ως παιδιά, ν’ απολαμβάνουμε την φυσική αίσθηση ως παίδευση και ως καλλιέργεια ̇ παρά, βεβαίως, το γεγονός ότι δε θα ήταν δυνατό να έχουμε μια τέτοια συνείδηση της ζωής. Ήταν συνεπώς απόλυτα λογικό να υφιστάμεθα στον αγρό ως ενταγμένοι στη φύση του. Τη βλέπαμε τη μάνα μετά από ώρα, όταν ξαπόσταινε για να πάρει μιαν ανάσα, και το μεσημέρι, όταν ετοίμαζε το «υπαίθριο τραπέζι», που εμφανιζόταν μαζί με τον πατέρα.
Η λεύκα αποτελούσε για μας σύμβολο, ήταν το καταφύγιό μας, μέρος ενός κόσμου ονειρικού, στον οποίον παίζαμε το παραμύθι της ζωής στη φύση. Ήταν ενταγμένη και απολύτως ενσωματωμένη στον μικρόκοσμό μας. Κάτω από το δένδρο διαβάζαμε (βιβλία σχολικά, της επόμενης χρονιάς, από δεύτερο χέρι, για να προετοιμαστούμε για το σχολειό… –έτσι έπρεπε!–, μα κι άλλα, λογοτεχνικά, που δύσκολα τα προμηθευόμασταν από το μαγαζάκι χαρτικών του χωριού με το χαρτζιλίκι από τα κάλαντα των εορτών) ̇ εκεί παίζαμε ̇ εκεί κοιμόμασταν.
Το νερό του αύλακα μάς συντρόφευε στους παιδικούς μας περιπάτους, στις μυθοπλασίες μας, στις ιστορίες που σκαρώναμε για ήρωες, που τάχατες διάβηκαν τον «μεγάλο τούτο ποταμό»!..
Κι όταν η μέρα τέλειωνε κι άρχιζε να σκοτεινιάζει, κινούσαμε για το ταξίδι της επιστροφής, με τον κόπο της ημέρας φορτωμένο στο βαρύ όχημα της σιωπής. Κάναμε πριν μια στάση στο μαγαζί του έμπορα, του παραδίναμε τη σοδειά και κατόπιν αποκαμωμένοι φτάναμε στο σπίτι. Την επόμενη μέρα κάναμε πάλι τα ίδια πράγματα, με την ίδια αρχή, την ίδια μέση και τέλος, χωρίς ν’ αλλάξουμε τίποτα από τη σειρά και το περιεχόμενό τους.
Περνούσαν έτσι τα χρόνια, ώσπου έφτασε η στιγμή, έφηβος πια, να συμμετέχω ενεργότερα σ’ αυτή τη διαδικασία της παραγωγής. Οι εποχές όμως άλλαζαν. Το κάρο αντικαταστάθηκε αρχικά από τρακτέρ και κατόπιν από αγροτικό αυτοκίνητο. Ο καρόδρομος διαπλατύνθηκε κι ασφαλτοστρώθηκε και έγινε μια «μικρή λεωφόρος»! Οι μετακινήσεις πια πραγματοποιούνταν γρήγορα, τα μέσα και τα υλικά καλλιέργειας έκαμαν ευκολότερη τη ζωή μας, τη ζωή του αγρότη. Κι εγώ, μπαίνοντας για τα καλά στον κύκλο αυτόν της ζωής, αισθανόμουν ανετότερα σε σχέση με τη ζωή των γονιών μου.
Με τον καιρό έμαθα να φτιάχνω αυλάκια στο χωράφι –καρίκια τα λέγαμε–, και να το ποτίζω (την ευθύνη μιας τέτοιας εργασίας τήν ένοιωθα βαριά, αφού το σπάσιμο από απροσεξία ή από κακό υπολογισμό ενός αυλακιού, ισοδυναμούσε με πλημμυρισμό της καλλιέργειας –μεγάλο το κακό), έμαθα να κλαδεύω τις ελιές και να τοποθετώ δολώματα στα δένδρα, έμαθα να μπολιάζω το άγριο δενδρί και το κλήμα, έμαθα να συντηρώ τους χωμάτινους αναβαθμούς στο λιοστάσι, να σπέρνω και να καλλιεργώ τον κακοτράχαλο ορεινό αγρό, και πολλά‐πολλά άλλα, της υπαίθρου πράματα.
Όσο όμως περνούσαν τα χρόνια, όλα τούτα άλλαζαν. Οι πράξεις και οι παλιές πρακτικές αποτελούσαν συνήθειες του παρελθόντος. Το στάγδην πότισμα και η τεχνητή βροχή, υποκατέστησαν τον «πρωτόγονο» τρόπο ποτίσματος με τ’ αυλάκια. Τα δολώματα και τα ξεβοτανίσματα έπαψαν να υφίστανται και πια γινόταν ραντίσματα με ισχυρά δηλητήρια. Τα οργανικά λιπάσματα υποκαταστάθηκαν από τα χημικά. Οι αναβαθμοί δεν απαιτούνταν, διότι νερό έφτανε πλέον και στα βουνά, και το στάγδην πότισμα (και των ελαιοδένδρων ακόμα, που έως πριν ήταν ξερικά) αποτελούσε «επαναστατικό» νεωτερισμό.
Έτσι, η ζωή μας έγινε ανετότερη, δε δουλεύαμε πια ολημερίς, δεν κουραζόμαστε όπως παλιά. Το γεγονός αυτό έκαμε ευκολότερη την αποσύνδεσή μου από τη ζωή στην ύπαιθρο, από τον τόπο και την πράξη του ̇ είχα λόγο –συνειδησιακό– για να δικαιολογήσω την εγκατάλειψή της, αφού πια δεν απολάμβανα κείνο το όμορφο, το απλό και πρωτογενές των πρώτων μου χρόνων. Ως φοιτητής, άρχισα πια να ξεκόβω, διάβηκα άλλους ατραπούς.
Αναλογιζόμενος όμως τα περασμένα, ρωτώ τούτο: Η ευκολία που, σύμφωνα με τα παραπάνω, απέκτησε η ζωή μας, δικαιολογεί τις υφιστάμενες ανατροπές; –διότι, είναι γεγονός ότι η αλλαγή που συνέβηκε, δημιούργησε μοιραίες ανατροπές. Ένας τρόπος ζωής χάθηκε. Ένα θαυμαστό φυσικό περιβάλλον έπαψε να υφίσταται. Η μαγεία, η ομορφιά της υπαίθρου –με τον έναν ή τον άλλον τρόπο– σβήστηκαν. Ένα πολύμορφο περιβάλλον, το αγροτικό, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του και την πολυποικιλότητά του, δεν υπάρχει πια –τουλάχιστον όπως το ξέραμε. Φτώχυνε πολύ σε σύνθεση και ζωή. Γίνηκε μικρό και ολίγο παρά τη «θετική» αλλαγή των επιδόσεών του. Γίνηκε «ελάχιστο» στις μεγάλες παραγωγές του! Χάριν ευκολίας…
Εγώ, που έζησα (όσο έζησα), που κόπιασα (όσο κόπιασα) σ’ αυτό το περιβάλλον, λέγω ότι η κατάληξή του δεν ήταν πράξη ορθή. Κάτι άλλο θα έπρεπε να είχε συμβεί. Τότε δεν το έψαχνα το θέμα, δε με απασχολούσε η συνέχεια στον τόπο, καθώς ζητούσα τη φυγή από την πραγματικότητα που διαγραφόταν. Σήμερα όμως, συνειδητά πλέον λογιζόμενος, λέγω ότι σκοπός της πράξης έπρεπε να είναι η διαφύλαξη της αξίας της γης, και κάτι τέτοιο, μ’ ευθύνη του ανθρώπου της υπαίθρου, δεν επιτεύχθηκε. Αν και όχι πλανημένος από την ευκολία διαχείρισης της γης, όπως οι συντοπίτες μου, προτίμησα να λευτερωθώ με τη σπουδή στα γράμματα από τα «δεσμά» του μικρού τόπου, παρά ν’ ασκηθώ σ’ αυτόν «πολεμώντας» για τα κεκτημένα του. Τούτο, δεν έχω καταλήξει αν με ωφέλησε, πάντως κάπου στο βάθος διατηρώ μιαν ενοχή λιποταξίας!
Πριν καιρό αναζήτησα τη λεύκα κάτω από την οποία έζησα τις στιγμές των παιδικών μου χρόνων, που περιέγραψα. Δεν υπήρχε. Την έκοψαν διότι εμπόδιζε με τη σκιά της την καλλιέργεια του παρακείμενου αγρού! Αναζήτησα τον αύλακα στον οποίο έρεε κάποτε άφθονο αφριστό νερό, ακόμα και το καλοκαίρι. Δεν υπήρχε. Ξεράθηκε και τον μπάζωσαν, αποτελώντας σήμερα ένα «όμορφο» αμπέλι! Έψαξα να βρω το πέτρινο όριο που με τον πατέρα στήσαμε στον αγρό. Εσβήσθη μες στη σάρωση της μονοκαλλιέργειας.
Στέκομαι σκεφτικός μπρος σε τούτα και ρωτιέμαι: Πόσο αβασάνιστα, αλήθεια, χάθηκαν τα όμορφα της (αγροτικής) φύσης τα στοιχεία!.. Κατά τον ίδιο τρόπο διερωτάτο και ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης για το νησί του χρόνους πολλούς πριν: «Κάπου εδώ κατέβαινε άλλοτε χείμαρρος. Άλλες φλέβες νερού κυλούσαν κάτω απ’ τη χλόη. Τι απέγιναν όλα εκείνα τα ρέματα που δρόσιζαν τον τόπο;» (Περάνθης Μ., «Ο κοσμοκαλόγερος Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης», εκδόσεις Α. Καραβία, δεύτερη έκδοση, Αθήνα 1953, σελ. 132).
Η λύπη για τις απώλειες αυτές γίνεται εντονότερη όταν διαπιστώνω ότι το αγροτικό τοπίο στ’ οποίο έζησα και τ’ οποίο βίωσα – το αγνό, το ατόφιο, το «σοφισμένο»–, δεν υπάρχει πια.
Είναι ένα τοπίο ξένο με το πνεύμα του τόπου, αλλότριο και παράταιρο για μένα.
Ένα τοπίο στ’ οποίο κυριαρχούν οι μονοκαλλιέργειες, τ’ αλατωμένα εδάφη και τα σύγνεφα των δηλητηρίων που οι ψεκασμοί αφήνουν στον αέρα.
Ένα τοπίο στ’ οποίο εισβάλλουν κυριαρχικά και προσβλητικά οι σύγχρονες κατοικίες, από τ’ οποίο έχουν εξαφανισθεί τα φυσικά χωρίσματα των αγρών, οι παλιές πέτρινες αγροικίες, τα σκόρπια δένδρα και οι υδραύλακες.
Ένα τοπίο από τ’ οποίο έχουν χαθεί τα χρώματα και οι ευωδιές της φύσης των περβολιών, της αγροτικής φύσης.
Ένα τοπίο από το οποίο χάθηκαν οι αλεπούδες, τα σπουργίτια, τα κοτσύφια, οι λαγοί, οι νεροφίδες, που η παρουσία τους για τον άνθρωπο της υπαίθρου ήταν αυτονόητη, εικόνα κοινή, προσιτή, οικεία.
Όλα αυτά συνιστούσαν μια ζωή φυσική κι ας ήταν δημιουργημένη από τον άνθρωπο ̇ μια πρωτογενή απλή και στέργια ζωή, που σβήστηκε ανέγνωστα, χωρίς να εκτιμηθεί σύμφωνα με τις προσφορές και τις αξίες της. Χάριν ευκολίας…
Ο μεγάλος Έλληνας ρομαντικός, ο ελληνολάτρης, ο διανοητής της ελληνικής γης, ο Περικλής Γιαννόπουλος, είπε κάποτε μια μεγάλη κουβέντα, ότι “ο βίος στην Ελλάδα είναι υπαίθριος” (Γιαννόπουλος Π., «Η ελληνική γραμμή», Τα Νέα Γράμματα, έτος Δ ́, αριθ. 1‐3, Γενάρης‐Μάρτης 1938).
Αναλογιζόμενοι στο κακό που κάναμε στην ύπαιθρό μας, και έχοντας υπόψη το σημερινό τρόπο ζωής μας, τον ξεκομμένο από τη γη, καθώς και την προσποιητή, δόλια ή και αδιάφορη συμπεριφορά μας προς τη φύση, μας φαίνονται πολύ μακρινά, παράταιρα, τα λόγια του Γιαννόπουλου. Δυστυχώς, ο βίος που διάγουμε μάς απομακρύνει ολότελα από συμπεριφορές που θα επικύρωναν το αυτονόητο, που ο Γιαννόπουλος υποστήριζε, την ανάγκη μας για υπαίθρια ζωή και την υποχρέωσή μας προς τη γη.

(Κείμενο που περιλαμβάνεται στο βιβλίο μου «Τοπιογράφοι, ελάτε γρήγορα σ’ αυτή τη χώρα…», εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 2009, ξανακοιταγμένο στο βιβλίο μου «ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΚΑΙ Η ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΣΤΗ ΦΥΣΗ», έκδοση ιδίου, Αθήνα 2020,https://www.bookstation.gr/Product.asp?ID=55012

Σχόλια

Comments are closed, but trackbacks and pingbacks are open.