—Κυρία Μπιτσάνη, έχετε μια μακρά πορεία στην εκπαίδευση στον γενέθλιο τόπο σας. Πώς και πότε ξεκινήσατε; Τι σας ώθησε να αφιερωθείτε και στα δύο;; Πείτε μας για τα διάφορα βήματα που κάνατε στη πορεία αυτή και τις εμπειρίες σας από αυτά.
—Η σχέση μου με τον πολιτισμό και τον τόπο μου ξεκίνησε πολύ νωρίς, από την ηλικία των πέντε ετών. Δύο θείες μου, η Κατερίνα Μαρκοπούλου και η Μαρία Κλείδωνα, ήταν αυτές που με εισήγαγαν σε έναν κόσμο που αγάπησα για πάντα. Η μία φιλόλογος, συνεργάτης του Εθνικού Θεάτρου για την απόδοση αρχαίων τραγωδιών, με έπαιρναν κάθε καλοκαίρι στην Επίδαυρο, σε όλες τις παραστάσεις, και όχι μόνο ως θεατή, αλλά σε άμεση επαφή με τους καλλιτέχνες. Παράλληλα, παρακολουθούσαμε μαζί ολόκληρη την καλλιτεχνική και πνευματική ζωή της Καλαμάτας, και με γέμιζαν βιβλία. Τους χρωστώ ένα μεγάλο ευχαριστώ.
Στη συνέχεια, στην εφηβεία, είχα την τύχη να έχω δύο εξαιρετικές καθηγήτριες γαλλικής γλώσσας, την κ. Αγγελική Μήτρου και την κ. Λέττα Πετρουλάκη, και οι δύο γνωστές για την πολύτιμη προσφορά τους στα πολιτιστικά της Καλαμάτας. Μέσα από αυτές τις συναντήσεις αγάπησα την εκπαίδευση, τις τέχνες και τον πολιτισμό, και σε αυτές χρωστώ ένα μεγάλο ευχαριστώ. Έτσι, όταν ήρθε η ώρα να διαμορφώσω την ακαδημαϊκή μου πορεία, η επιλογή ήταν φυσική, σχεδόν αναπόφευκτη.
Η σχέση μου με την Καλαμάτα δεν είναι απλώς βιογραφική. Είναι το έδαφος πάνω στο οποίο χτίστηκε η ερευνητική μου σκέψη: μια πόλη με ζωντανή πολιτιστική παράδοση, που παράλληλα αντιμετωπίζει τα κοινά προβλήματα της ελληνικής περιφέρειας. Αυτή η αντίφαση, δυνατότητα και ανεκπλήρωτο δυναμικό, με τροφοδοτεί ερευνητικά ως σήμερα.
—Το έργο σας διδακτικό και συγγραφικό επικεντρώνεται σε θέματα πολιτισμού και διαχείρισης, μεταξύ άλλων. Σε αυτό είχε να κάνει και το ότι μεγαλώσατε και ζείτε σε μια πόλη με πλούσια πολιτιστική κίνηση από παλιά;
—Νομίζω την απάντησα παραπάνω στην πρώτη ερώτηση. Αν χρειάζεται να πω κάτι είναι το εξής:
Σίγουρα ναι. Η Καλαμάτα δεν είναι απλώς ο τόπος όπου γεννήθηκα και ζω, είναι ένα πεδίο μελέτης από μόνη της. Μια πόλη που διαθέτει ζωντανή πολιτιστική παράδοση, αξιόλογη ιστορία, ισχυρούς τοπικούς θεσμούς στον χώρο των τεχνών, και παράλληλα αντιμετωπίζει τα κοινά προβλήματα της ελληνικής περιφέρειας. Αυτή η αντίφαση, δυνατότητα και ανεκπλήρωτο δυναμικό, με τροφοδοτούσε ερευνητικά. Το ερώτημα «πώς ο πολιτισμός γίνεται μοχλός βιώσιμης ανάπτυξης» δεν ήταν για μένα αφηρημένο· το έβλεπα κάθε μέρα γύρω μου.
— Πώς βλέπετε να εξελίσσεται αυτή η πολιτιστική κίνηση σήμερα;
—Βλέπω μια διπλή εικόνα. Από τη μία, υπάρχει σημαντική δυναμική: θεσμοί που έχουν εδραιωθεί, νέοι άνθρωποι με όρεξη, αυξημένη τουριστική προβολή που φέρνει και πολιτιστικό ενδιαφέρον. Από την άλλη, παρατηρώ μια τάση να αντιμετωπίζεται ο πολιτισμός ως «γεγονός», ως φεστιβάλ, ως εκδήλωση, και όχι ως ολοκληρωμένη πολιτική. Αυτό που λείπει είναι στρατηγική συνοχή: ένα όραμα που να συνδέει την πολιτιστική κληρονομιά, τη σύγχρονη δημιουργία, την εκπαίδευση και την οικονομία του τόπου σε ένα αλληλένδετο σύνολο. Η βιωσιμότητα δεν είναι συμβατή με την κυριαρχούσα αποσπασματικότητα .
—Έχετε κινηθεί με επιτυχία όσο λίγοι συνάδελφοί σας στον τόπο σας και στο εξωτερικό. Δώστε μας κάποια παραδείγματα που θεωρείτε σημαντικά βήματά σας τόσο στην καριέρα σας όσο και για τον τόπο σας .
—Σε επίπεδο καριέρας, θα σταθώ σε μερικές στιγμές που θεωρώ καθοριστικές. Μια αληθινή τομή υπήρξε το μεταδιδακτορικό μου στην Ιταλία. Εκεί μελέτησα τις μεταναστευτικές και πολιτιστικές πολιτικές σε τοπικό επίπεδο, και ήρθα σε επαφή με τον τρόπο που οι ιταλικές πόλεις διαχειρίζονται την πολιτισμική ετερότητα ως αναπτυξιακό πόρο και όχι ως πρόβλημα. Αυτή η εμπειρία ήταν η σπίθα που γέννησε το μοντέλο HIC, Human Intercultural City , και το ομώνυμο βιβλίο, που σήμερα διδάσκεται σε πανεπιστήμια της Ευρώπης και των ΗΠΑ. Το γεγονός ότι ένα θεωρητικό πλαίσιο που γεννήθηκε εν πολλοίς από την παρατήρηση ιταλικών και ελληνικών πραγματικοτήτων βρίσκει απήχηση σε διεθνή ακαδημαϊκά περιβάλλοντα, το θεωρώ από τις πιο ικανοποιητικές επιβεβαιώσεις της δουλειάς μου.
Στον τόπο μου, ένα βήμα που με γεμίζει ιδιαίτερη ικανοποίηση είναι η διεύθυνση του ΠΜΣ Δημόσια Διοίκηση και Τοπική Αυτοδιοίκηση του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Πρόκειται για ένα πρόγραμμα που αντιμετωπίζει με ολιστική προσέγγιση τους θεσμούς και τις πολιτικές της δημόσιας διοίκησης και της τοπικής αυτοδιοίκησης, και που έχει καταφέρει να προσελκύσει φοιτητές από όλη την Ελλάδα. Αυτό δεν είναι τυχαίο, αντικατοπτρίζει μια πραγματική ανάγκη: η χώρα χρειάζεται στελέχη που να σκέφτονται τη διακυβέρνηση πρώτα θεσμικά, στρατηγικά και με σύγχρονα εργαλεία, και αυτό ακριβώς επιδιώκουμε να προσφέρουμε.
—Συμμετέχετε σε ένα βιβλίο που μόλις εκδόθηκε στο εξωτερικό. Πραγματεύεται το επίκαιρο και καίριο θέμα της βιώσιμης ανάπτυξης ενός τόπου. Επικεντρώνεται δε στο σημαντικό ρόλο του πολιτισμού και όχι απλώς της οικονομίας σε μια τέτοια διαδικασία. Θα θέλατε να μας περιγράψετε το εγχείρημα; Πώς εμπνεύστηκε, και τι προτείνει;
Είχα την ευθύνη του συνολικού σχεδιασμού και συντονισμού του ερευνητικού και συγγραφικού προγράμματος καθώς και την σύλληψη του μοντέλου της
βιοπολιτισμικής πόλης. Το βιβλίο κυκλοφόρησε από τον Springer τη σειρά Cities, Heritge and Tranformation
Η πρωτοτυπία και καινοτομία είναι ότι για πρώτη φορά στην επιστημονική και βιβλιογραφία αλλά και στις δημόσιες πολιτικές εισάγεται η έννοια της βιοπολιτισμικής προσέγγισης και εξ αιτίας αυτού Springer ένας από τους μεγαλύτερους εκδοτικούς οίκους το εξέδωσε κατά προτεραιότητα. Το κεντρικό επιχείρημα που πραγματεύεται το βιβλίο συνίσταται στο ότι η βιωσιμότητα δεν είναι απλώς ένας τεχνικός, τεχνοκρατικός στόχος, αλλά μια βαθιά πολιτιστική και ηθική διαδικασία. Βασιζόμενο στη βιοπολιτισμική προσέγγιση, το βιβλίο αντιλαμβάνεται την πόλη ως ένα ζωντανό σύστημα αλληλεξάρτησης στο οποίο ο πολιτισμός λειτουργεί εγκάρσια ως το μέσο που συνδέει την κοινωνική ισότητα, την οικολογική ακεραιότητα και τη συμμετοχική διακυβέρνηση. Συνεπώς θέτει επι τάπητος την προϋπόθεση μιας αλλαγής κουλτούρας, και της πολιτιστικής και ηθικής δέσμευση που πρέπει να αναληφθεί και να ανανεωθεί συλλογικά.
Με βάση το παράδειγμα του Δήμου των Ixelles, τμήματος του ευρύτερου μητροπολιτικού κέντρου των Βρυξελλών , η μελέτη επιχειρεί να δείξει το πώς δημόσιες πολιτικές που υιοθετούν την βιοπολιτισμική οπτική μπορούν να ενισχύσουν την δημοκρατική συμμετοχή, την δια-πολιτισμικότητα και την ισόρροπη ανάπτυξη μετατρέποντας την ανθεκτικότητα και την βιωσιμότητα των μητροπολιτικών κοινοτήτων από όραμα σε πραγματικότητα.
Η συμβολή επίσης του συναδέλφου κ. Τσέκου ήταν καθοριστική καθότι αφορούσε την διάσταση των δημοσίων πολιτικών με έμφαση στις τρέχουσες συνθήκες των “πολυ-κρίσεων” και των “δυσεπίλυτων” προβλημάτων.
Οι συνθήκες αυτές ορθώνουν εμπόδια στην αποτελεσματικότητα των ασκουμένων πολιτικών αλλά, ταυτόχρονα, με κατάλληλους χειρισμούς σχεδιασμού και εφαρμογής , και αξιοποιώντας την βιοπολιτισμική οπτική, μπορούν να δημιουργήσουν παράθυρα ευκαιρίας για ουσιαστικούς μετασχηματισμούς των μεγάλων αστικών κέντρων, με κέντρο βάρους τις εσωτερικές μικρο-κοινότητες.
—Ποιο θεωρείτε το κυριότερο εμπόδιο για τη βιώσιμη ανάπτυξη στην Ελλάδα σήμερα;
—Το βαθύτερο πρόβλημα δεν είναι οικονομικό, είναι διακυβερνητικό και αντιληπτικό, πολιτικής κουλτούρας και νοοτροπίας. Σχεδιάζουμε πολιτικές κατακερματισμένα, χωρίς ολοκληρωμένο όραμα, αντιμετωπίζοντας πολιτισμό, περιβάλλον και οικονομία ως ξεχωριστές υποθέσεις αντί ως αλληλένδετες διαστάσεις ενός κοινού μέλλοντος.
Όμως υπάρχουν δύο παθογένειες που θεωρώ εξίσου καθοριστικές και αλληλεξαρτώμενες: η έλλειψη αξιοκρατίας και το πελατειακό κράτος. Δεν μπορείς να μιλάς για βιώσιμη ανάπτυξη όταν οι αποφάσεις, από την τοπική αυτοδιοίκηση ως την εθνική πολιτική, λαμβάνονται με κριτήρια ανταλλαγής χαρίτων, «δούναι και λαβείν» και όχι ικανότητας. Το πελατειακό κράτος δεν είναι απλώς ηθικό πρόβλημα· είναι αναπτυξιακό αδιέξοδο. Αποθαρρύνει τους ικανούς και υπονομεύει κάθε μακρόπνοο σχεδιασμό. Έως ότου η αξιοκρατία γίνει πραγματική αρχή διακυβέρνησης, και όχι απλώς διακηρυκτική, η βιώσιμη ανάπτυξη θα παραμένει περισσότερο φιλοδοξία παρά πραγματικότητα.








Comments are closed, but trackbacks and pingbacks are open.