Ο κότσυφας της αυλής! του Αντώνη Καπετάνιου

Συλλογιζόμενη η Μυρτώ, προφανώς παρασυρμένη και από την εσωτερική της προετοιμασία για την οδοιπορία στην ύπαιθρο χώρα του χωριού, ένοιωσε μιαν ευφροσύνη να την κατακλύζει κι ένα συναίσθημα υψηλό, ανεξήγητο, να την κατευθύνει.
«Πόσο όμορφος είναι ο μικρός μου κόσμος, ο παράδεισός μου, μακάρι να μείνει για πάντα έτσι, να μην τον χαλάσουν», συλλογίστηκε με κάποια ανεπαίσθητη αγωνία. Μα δεν πρόλαβε να συνεχίσει το συλλογισμό της, όταν ένας ρυθμικός θόρυβος, κάτι σα δυνατό φτερούγισμα, την ανάγκασε να στραφεί τριγύρω για ν’ αναζητήσει την πηγή του.
Ήταν ο κότσυφας, ο «οικόσιτος» πτηνός φίλος, το πουλί που «συγκατοικεί» με τον άνθρωπο στα περβόλια, τις αυλές και τους κήπους του. Χτυπούσε τα φτερά του στο νερό κάνοντας το καθημερινό μπάνιο του. Ήταν για την Μυρτώ ο απαραίτητος φίλος που την καλωσορίζει στο έβγα της στην αυλή, είτε με την παρουσία του, που τη δήλωνε έντονα, έχοντας συνεχή, ανήσυχη κινητικότητα, είτε άλλες φορές με το μελωδικό κελάηδημά του, πώλεγες πως είναι τραγούδι αοιδού‐πουλιού. Έχει μάλιστα το χάρισμα ν’ αλλάζει τη φωνή του αναλόγως της διάθεσής του ή των συνθηκών που αντιμετωπίζει.
Είναι επιπροσθέτως και άριστος μίμος. Μπορεί να μιμείται με χάρη τον άνθρωπο, μα και πουλιά και ζώα, και να επαναλαμβάνει ήχους ακριβώς όπως αυτοί ακούγονται. Ξεγελά τους πάντες με τη μιμητική του, τους περιγελά φορές και ταυτόχρονα το διασκεδάζει, αποτελώντας έναν ευχάριστο οικοδεσπότη ή συμπότη στη φύση. Μπορεί σε κάποια πουλιά εξωτικά, εντυπωσιακά, όπως είναι ο παπαγάλος, να τ’ αποδίδεται, και δικαίως, η τέχνη της μίμησης, όμως ο κότσυφας είναι κείνος ο κοινός λαλητής, ο δεινός μιμητής που βρίσκεται σιμά μας, που τον συναντάς έξω από την πόρτα σου, στον κήπο σου, χωρίς μολαταύτα να τον υπολογίζεις! Έχει καταστεί τόσο οικείος, που η τέχνη του, αδίκως, δε συγκινεί, ενώ αντίθετα πολύ υπολογίζεται η, άξια ομολογουμένως, λαρυγγική τέχνη κάποιων άλλων σπάνιων και εξωτικών πουλιών.
Αυτά βεβαίως σ’ ό,τι αφορά στη μιμητική ή στην τέχνη των λαρυγγισμών, γιατί στη φωνητική κ’ ιδιαίτερα στην τραγουδιστική τέχνη υπερτερεί ένα άλλο κοινό «ελληνικό» πουλί, το αηδόνι. Η αηδομάνα εκπαιδεύει τους νεοσσούς να τραγουδούν από τα «γεννοφάσκια» τους, παρέχοντας μιαν «εκ της κούνιας» ωδική εκπαίδευση. Πώς λοιπόν, έχοντας από γεννησιμιού τους τη λαλητική τέχνη, να μην εξελιχθούν τα μικρά αηδονάκια σε άριστους αοιδούς, τη στιγμή μάλιστα που διαθέτουν και το χάρισμα της καλλιφωνίας;
Συλλογίστηκε η Μυρτώ, σκεπτόμενη για τα πουλιά της αυλής της, πόσο τυχερή πρέπει να αισθάνεται που της προσφέρεται τούτο το δώρο της φύσης, το να έχεις γύρω σου ποιότητα, θάλλος, ομορφάδα και καλλιτεχνία. Πράγματα που σου προσφέρονται ολόδοτα και αληθινά από τη φύση που εσύ έχεις δημιουργήσει και συντηρείς, που σου δίνονται ειλικρινά και αυθόρμητα, τα οποία πρέπει να τα εκτιμάς για να τ’ απολαμβάνεις. Για να τα έχεις όμως πρέπει να δημιουργήσεις φύση, δηλαδή κήπο, αυλή, περβόλι, πράσινο μπαλκόνι, προκήπιο…, δηλαδή έργα ανθρώπινα με αναφορά στη φύση, στα οποία βρίσκει πεδίο η ζωή για να εκδηλωθεί στο επίπεδο και τις ποιότητες της φυσικής της προόρησης.
Αλλά, ας επανέλθουμε στον κότσυφα…
Εξόν από την τέχνη του λαρυγγιού, κοινώς της καλλιτεχνίας, ο κότσυφας διαθέτει και την τέχνη της καλαισθησίας, αναδεικνυόμενος σ’ έναν άριστο τεχνίτη της μαστορικής. Η φωλιά του θεωρείται μια από τις ομορφότερες, τις στερεότερες και πιο περίτεχνες των πουλιών, ένα «κόσμημα» της φύσης του κήπου. Τη φτιάχνει με περισσή υπομονή και φροντίδα, δίνοντας τη μέγιστη προσοχή στην κατασκευή της, θέτοντας στην υπηρεσία του σκοπού αυτού όλο το καλλιτεχνικό κι «αρχιτεκτονικό» του ταλέντο. Βέβαια, τον συναγωνίζονται και κάποιοι άλλοι καλοί μάστορες της φύσης, πουλιά άξια της κατασκευής, κυρίως ωδικά, που κατά βάσιν έχουν το τάλαντο της καλλιτεχνίας σε κάθε εκδήλωση της ζωής τους, όπως το αηδόνι, ακόμα δε και το χελιδόνι, αλλά μπορώ να ισχυριστώ ότι δεν τον φτάνουν στον τομέα αυτόν. Γνωρίζοντας δε το βασανιστικό τρόπο κατασκευής της φωλιάς του, τον εκτιμάς περισσότερο.
Ατέλειωτες ώρες διατεθειμένες για το σκοπό της κατασκευής της φωλιάς, κι όλα να τα κάμνει με το ράμφος, το πολυτιμότερό του όργανο. Λεπτολόγος, επιλεκτικός, εκλεκτικός, εμμονικός με την τεχνική, δε θα τον δεις να παρεκκλίνει από τις αρχές του σ’ ό,τι αφορά στην παστρικότητα, την ευταξία, την αρμονία και την ευνομία της φύσης του. Φτιάχνει τη φωλιά του λες και δεν πέρασε μάστορας από κει, και δεν «ανακάτωσε» τον τόπο!
Η Μυρτώ ένοιωθε πως είχε την ευθύνη της παρουσίας του κότσυφα, μιαν ευθύνη που εκκινούνταν από τη συνήθεια της επαφής της με το πουλί. Από καιρό είχε αυτός εγκατασταθεί στη μεγάλη μουριά της αυλής, και τούτο πολύ τη χαροποίησε διότι ένοιωθε πως η φύση της αυλής της απέκτησε φυσικό ενδιαφέρον, νόημα ζωής, και υπόσταση τέτοια, που καλεί τα πτηνά να την κατοικήσουν. Τούτο σήμαινε πως ήταν όντως φύση! Μάλιστα, άρεσε του πουλιού τόσο το νέο του περιβάλλον που δεν εγκατέλειψε την αυλή για να μετακινηθεί αποδημώντας. Πήγε λες ενάντια στη φύση του για να παραμείνει στο φυσικό περιβάλλον της αυλής, που φαίνεται να το ικανοποιούσε πιότερο του κουραστικού κι αβέβαιου ταξιδιού!
Παρακολουθούσε διακριτικά η Μυρτώ τον κότσυφά της, χωρίς να θέλει να τον ταράξει στον τρόπο της ζωής του, καταγράφοντας μάλιστα τις συνήθειές του. Είναι από τ’ άγρια που λες πως «ημερεύουν» με τους ανθρώπους στο ευγενές περιβάλλον που οι τελευταίοι δημιουργούν. Έχει τα χαρακτηριστικά του τέλειου χαρακτήρα: άμεμπτος, σοβαρός, αξιοπρεπής. Είναι πουλί της οικογένειας, πιστό στις αρχές της, και στοργικός γονέας. Μάλιστα, αγαπά τόσο την καθαριότητα, παθολογικά θα λέγαμε, που σε καθημερινή βάση θέλει να κάνει το beauté του. Έτσι, το μπάνιο του πραγματοποιείται απαραίτητα σε καθημερινή βάση. Γι’ αυτό κι επιλέγει περιοχές με νερό για να εγκατασταθεί. Τώρα τον έβρισκες να κάνει το συνηθισμένο μπάνιο του στην ανοιχτή δεξαμενή που χρησιμοποιούνταν για το πότισμα των φυτών του κήπου. Σε αυτή τη φάση τον πέτυχε η Μυρτώ, και δεν ξαφνιάστηκε καθώς ήταν συνηθισμένη η τέτοια εικόνα του ̇ θάταν ασύνηθες να μη συνέβαινε, κάτι δε θα πήγαινε καλά…
Ξεχνιόταν η Μυρτώ να τον παρακολουθεί στο «λουτρό του». Η ίδια κάθε μέρα διαδικασία που τηρούνταν σχολαστικά, λες κι αποτελούσε ιεροτελεστία εξαγνισμού στην καθαρ(ι)ότητα. Μα ποτέ δεν τη βαριόσουν, ήθελες συνεχώς να παρατηρείς και ν’ απολαμβάνεις τη φυσική πράξη. Εξάλλου, πώς θάταν δυνατό να σου προσφέρεται η φύση έτσι ζωντανά, πηγαία, και συ να την αγνοείς; Θάταν ύβρις στην πλάση η αγνόησή της!
Δεν επιδεικνύονταν με την πράξη του ο κότσυφας, δεν μπανιαρίζονταν έτσι έντονα για να τον προσέξεις ̇ ήταν απλά η πρακτική του. Ήθελε να δείχνεται στον εαυτό του καθαρό, να το μοσχοβολά η φύση του. Πουλί μοναχικό, δεν πεθυμούσε να το βλέπουν, γι’ αυτό και δεν επιδεικνύονταν. Δεν μπορούσες όμως να μην το δεις, καθώς ήταν τόσο δηλωτικό στην πράξη του!
Ερχόταν με ανάλαφρες κινήσεις στο χείλος της δεξαμενής, προσέχοντας το γύρω του για τον ενδεχόμενο εχθρό που ίσως παραμόνευε –ένα φίδι, μία νυφίτσα, μια γάτα, ένα γεράκι… Μια συνήθεια προφανώς φερμένη από την άγρια φύση, όπου κει ο αγώνας για την επιβίωση είναι σκληρός. Και οι άνθρωποι μάλιστα τον κυνηγούν για το κρέας του, με την Μυρτώ να τους κατακρίνει και να τον προστατεύει. Η αυλή της είναι ένα καταφύγιό του. «Πώς μπορούν νάναι τόσο σκληροί με πλάσματα τόσο υπέροχα όπως αυτό, που πεθυμάει τον άνθρωπο», μονολόγησε με αποστροφή για κείνους τους ανθρώπους που σκοτώνουν πλάσματα της φύσης.
Η λουτρική διαδικασία ξεκινούσε σκύβοντας το κεφαλάκι του στο νερό, που το βουτούσε μ’ έντονες και γρήγορες κινήσεις. Ακολουθούσε το σώμα, που κι αυτό έπρεπε να το βουτήξει γρήγορα. Τούτο γινόταν με απότομες και πάλι κινήσεις, που συνοδεύονταν από τινάγματα των φτερών μέσα στο νερό. Ο θόρυβος που δημιουργούσε από αυτή την κατάσταση ήταν αρκετός για να σε κάνει να στραφείς και να παρατηρήσεις. Αυτή η πρακτική του ήταν συγχρόνως η αδυναμία του, καθώς με το θόρυβο «καλούσε» τον εχθρό να τον «επισκεφτεί», ενώ το βούτηγμα στο νερό, έστω κι αν γινόταν εν εγρηγόρσει, τον καθιστούσε ευάλωτο! Στη συνέχεια τίναζε το νερό κι έμενε για λίγο ακίνητος, μέχρι ν’ απομακρυνθεί. Μα δεν τον έχανες, καθώς ήταν τόσο χαρούμενος για το μπάνιο του που καλούσε την πλάση να τον ακούσει που απολάμβανε την προσωπική του καθαριότητα, τραγουδώντας συνεχώς ̇ μιαν ακόμα ενέργειά του που τον πρόδιδε!
«Μπορεί να μας τρώει τα σταφύλια, τα σύκα, τα κεράσια…, όμως χαλάλι του γι’ αυτά που μας προσφέρει, που εμείς τα προσλαμβάνουμε ως φύση», είπε η κοπέλα στον εαυτό της. Εξάλλου κάθε πράξη στη φύση Μυρτώ έχει και αντίπραξη, κι αυτό το ξέρει καλά ο κότσυφας, που τρώγει τα βλαβερά για τον κήπο έντομα και τους σκώληκες, καθαρίζοντας το περιβάλλον και δίνοντας υγεία στα φυτά μας ̇ ταυτόχρονα όμως ζητά λίγο από την παραγωγή μας για την επιβίωσή του.

(από το βιβλίο μου “Αναζητώντας την Ενδοχώρα”, ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 2020,https://www.bookstation.gr/Product.asp?ID=53486

Σχόλια

Comments are closed, but trackbacks and pingbacks are open.