Έγκλειστοι αγναντεύαμε τη θάλασσα
λέγοντας πως πλέον
δε μύριζε θάλασσα,
πως μόνο φημιζόταν
μα σε τίποτε πια δε μας τη θύμιζε
.

Και τόσο μικρή γίνηκε η θάλασσα
που άνετα τώρα χώραγε
μέσα μας να βουλιάξει
.

Αντ’ αυτού,
κι επειδή κάποτε την είχαμε αγαπήσει,
πίσω μας την αφήναμε, να μας ατενίζει
καθώς
ρευστοποιημένοι στις παράξενες αξίες μας,
ξεχυνόμασταν
σε άλλου είδους κύματα, αόρατα
και σε κανάλια δεδομένων
αγκυροβολημένοι πάραυτα
σ’ ένα δωμάτιο
κι ευτυχείς μονάχα
στην διάρκεια της μέρας
.

γιατί
τις νύχτες,
όταν τα πάντα σταματούσαν,
δεμένοι πια σ’ ένα κατάρτι,
μέναμε άυπνοι,
εκλιπαρώντας μάταια
να κουραστεί κι η θάλασσα
και να νυστάξει
και ν’ αποκοιμηθεί
ώστε να πάψει,
επιτέλους,
κοντά της
να μας φωνάζει



{μα κάντε την,
να πάψει
επιτέλους
να φωνάζει}

Σχόλια

Comments are closed, but trackbacks and pingbacks are open.