Γιώργος Σεφέρης: Το μεγαλείο ενός ποιητή που λάτρευε την Ελλάδα

Βαθιά λυρικός, στοχαστικός, και αισθαντικός με όλα τα ζητήματα που τον απασχόλησαν στην ζωή του, με το μεγάλο του ταλέντο στην γραφή αλλά και με τις βαθιές του γνώσεις στην ιστορία της Ελλάδας, κατάφερε να συνδέσει τα πάντα με ένα λόγο που τελικά τον έκανε να κερδίσει τη διεθνή αναγνώριση και να καταστεί ως ένας από τους κορυφαίους ποιητές της εποχής του.

Επιμέλεια Ζώη-Τήλα Ελένη

Ο Γιώργος Σεφεριάρης γεννήθηκε στις 13 Μαρτίου του 1900 στη Σμύρνη. Ο πατέρας του Στυλιανός υπήρξε ένας διακεκριμένος ακαδημαϊκός και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ενώ ήταν συγγραφέας, ποιητής και μεταφραστής. Είχε μία ιδιαίτερη αδυναμία στο να απαγγέλει ποιήματα ενώ ήταν τόσο αναγνωρισμένος που ο Καβάφης είχε απαγγείλει με θαυμασμό ένα στίχο του: «Κι έχουν τα γελοία ξεψυχήσει / κι’ έχουν γεράσει τα παιδιά».

Οι φίλοι του Κωνσταντίνου Καβάφη απόρησαν με αυτή του την ενέργεια αλλά τελικά αποδείχτηκε πως ο Στυλιανός Σεφεριάδης ήταν ο μέντορας και ο άνδρας που έδωσε τα απαραίτητα εφόδια στο γιο του για να πετύχει και να γραφτεί στο πάνθεον των Ελλήνων ποιητών. «Και έπειτα βρίσκαμε διέξοδο στην βιβλιοθήκη του πατέρα. Διαλέγαμε ένα βιβλίο και μπρούμυτα στο πάτωμα διαβάζαμε ώρες. Όλους τους Γάλλους ρομαντικούς τους διαβάζαμε απ’ έξω» είχε πει ο Γιώργος Σεφέρης για τα παιδικά του χρόνια.

Το 1914 με την αρχή του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου η οικογένεια Σεφεριάδη μετακομίζει την Αθήνα και ο Γιώργος τελειώνει το Γυμνάσιο το 1917. Αμέσως μετέβη στο Παρίσι και σπούδασε Νομική. Ένα χρόνο μετά, ο 18χρονος τότε Σεφέρης εκδήλωσε για πρώτη φορά την αγάπη του για την ποίηση και ξεκίνησε να γράφει στίχους.

Μέτρια, κι όλα μέτρια και μέτρια παντού.

Κ’ οι αγάπες μου κ’ οι πόθοι μου, κι’ ότι η καρδιά μου ανειώνει

Κ’ η φαντασία της ψυχής, και το είδωλο του νου

Καί ο έρωτας της ομορφιάς και του παντοτεινού,

με σφίγγουν όλα μέτρια, το μέτριο με παγώνει.

Κατά την διάρκεια των σπουδών του εμπέδωσε κάθε καινούριο κίνημα της γαλλικής λογοτεχνίας ενώ τα πρώτα του ποιήματα φέρουν εμφανώς τα σημάδια της ανάγνωσης των έργων κάποιων από των μεγαλύτερων καλλιτεχνών της εποχής. Και ενώ όλα έμοιαζαν ομαλά και ο νεαρός Γιώργος άνοιγε τα φτερά του, συνέβη ένα τραγικό γεγονός που έμεινε για πάντα χαραγμένο στη μνήμη του. Η Μικρασιατική Καταστροφή:

«…Γιατί να μην ήταν βολετό να είχα ξεκληριστεί κι’ εγώ, μαζί με τ’ άλλα τα παιδιά που ξεκληριστήκανε πέρα στους κάμπους της ντροπής, από βλακείες ηλιθίων εγωϊστών… όλοι μας είμαστε με δάκρυα στα μάτια, μα είναι δυνατόν να ξαναπέσει η Σμύρνη στα χέρια του Τούρκου, το χωράει το κεφάλι ανθρώπου· τώρα που σου γράφω το μισοφέγγαρο ίσως στο κονάκι, και ο ήλιος βασιλεύει ήσυχος σαν και πάντα… Είμαι δυστυχισμένος αδερφή μου…»

Το 1926 διορίζεται ακόλουθος στο υπουργείο Εξωτερικών. Μπαίνοντας έτσι στο Διπλωματικό Σώμα θα σφραγιστεί και μ’ αυτό το στοιχείο η ποίησή του. Σε μέρη μακρινά από την Ελλάδα θα τη ζει σαν υλική απουσία αγαπημένου προσώπου και η νοσταλγία θα τον κατακλύζει.

Το 1931 εκδίδει μια συλλογή ποιημάτων με τίτλο Στροφή, που θα είναι πράγματι μια στροφή για τη νεοελληνική ποίηση. Στα ποιήματα αυτά ο Σεφέρης δεν πιθηκίζει τα ξένα λογοτεχνικά ρεύματα, αλλά σκύβει στις ρίζες του, στην ελληνική ποιητική παράδοση, που για τον ίδιο είναι το δημοτικό τραγούδι, ο Ερωτόκριτος, ο Σολωμός, ο Παλαμάς, ο Μακρυγιάννης, ο Καβάφης.

Την παράδοση αυτή συνταιριάζει με την παγκόσμια ελεύθερη ποιητική έκφραση του καιρού του, για να τραγουδήσει και να κλάψει με απλά, καθημερινά και καθάρια λόγια, με νοήματα πυκνά, μεστά και αληθινά τα προαιώνια βάσανα και τις ελπίδες του τόπου του και γενικότερα του κάθε ανθρώπου, που πονάει πάνω στη Γη. Στο χώρο της νεοελληνικής ποίησης άλλαξαν με τη στροφή τα πάντα. Ελύτης, Ρίτσος και Γκάτσος θα ακολουθήσουν. Μέχρι το 1934 θα μείνει ο Σεφέρης ως διευθυντής στο Γενικό Προξενείο Λονδίνου. Το 1932 κυκλοφορεί η Στέρνα. Εδώ τα ποιήματα του Σεφέρη εκφράζουν βαθιά αγωνία και πόνο.

Τον Αύγουστο 1936 γίνεται η δικτατορία του Μεταξά. Το 1940 δημοσιεύεται το Ημερολόγιο Καταστρώματος Α’ στα Νέα Γράμματα λογοκριμένο όμως από τη Δικτατορία. Είναι γεμάτο από βαρυθυμία και αγωνία. Κατάστρωμα είναι ο ανοιχτός χώρος κι εκεί ο ποιητής έρχεται σε συνάφεια με τους άλλους ανθρώπους. ζει μαζί τους τα πάθη τους και τις περιπέτειές τους και συμμερίζεται τις θλίψεις στις δραματικές συνθήκες της ζωής του άλλου.

Έτσι κατάστρωμα σημαίνει: χρόνος, μύθος, ιστορία, έξοδος από το «Εγώ», ταύτιση του Εγώ με το Εμείς, σημαίνει αλληλεγγύη, μια λέξη που τόσο αγαπούσε ο Σεφέρης. Το ημερολόγιο καταστρώματος Γ΄ αναφέρεται ολόκληρο στην Κύπρο. Ο Γιώργος Σεφέρης επισκέφτηκε το Νησί της Αφροδίτης το 1953, τότε που οι κάτοικοι ζητούσαν απεγνωσμένα την ελευθερία τους από τους Άγγλους.

Κι όμως, αν αφαιρέσουμε μερικές υποτονικές, άτολμες, και υπαινικτικές αναφορές, για να μη θίξει τους δυνάστες, στο ποίημα «Η Σαλαμίνα της Κύπρου», δεν βλέπουμε πουθενά στα άλλα ποιήματά του τη φωνή του εθνικού ποιητή – όπως θα έκανε ο Σολωμός, ο Κάλβος, ο Παλαμάς – που να θέλει να τονώσει έναν ολόκληρο λαό στη διαμαρτυρία του για την απόκτηση της λευτεριάς του.

Φίλοι του άλλου πολέμου,

σ’ αυτή την έρημη συννεφιασμένη ακρογιαλιά

σας συλλογίζομαι καθώς γυρίζει η μέρα –

Εκείνοι που έπεσαν πολεμώντας κι εκείνοι που

έπεσαν χρόνια μετά τη μάχη~

εκείνοι που είδαν την αυγή μες απ’ την πάχνη

του Θανάτου

ή, μες στην άγρια μοναξιά κάτω από τ’ άστρα,

νιώσανε πάνω τους μαβιά μεγάλα

τα μάτια της ολόκληρης καταστροφής~

κι ακόμη εκείνοι που προσεύχουνταν

όταν το φλογισμένο ατσάλι πριόνιζε τα καράβια:

“Κύριε, βόηθα να θυμόμαστε

πως έγινε τούτο το φονικό~

την αρπαγή το δόλο την ιδιοτέλεια,

το στέγνωμα της αγάπης~

Κύριε, βόηθα να τα ξεριζώσουμε…

Ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης δεν θέλησε να γίνει ο νέος βάρδος του Ελληνισμού. Στην Κύπρο δεν είδε, παρά τ’ αρχαία φαντάσματα – όπως στο ποίημα o βασιλιάς της Ασίνης – που τ’ ανακαλεί από την αίώνια σιωπή, ανακατεύοντας αλλοτινές και τωρινές μνήμες με τον ίδιο πάντα «καημό της Ρωμιοσύνης» και της τρισένδοξης ιστορίας μας.

Στα ποιήματα για την Κύπρο, κυριευμένος από ένα αίσθημα ψυχικής ευφροσύνης, μπροστά στις ομορφιές του φυσικού περίγυρου του νησιού, μας δίνει εικόνες φυσικής ομορφιάς ανεπανάληπτης πλαστικότητας.

Το 1940 ο Γιώργος Σεφέρης εκδίδει την ποιητική συλλογή Τετράδιο Γυμνασμάτων και τότε έρχεται ο πόλεμος. Πρώτα η ιταλική και μετά η γερμανική επίθεση. Ένα χρόνο μετά ο Σεφέρης παντρεύεται με την Μαρία Ζάννου και τον Απρίλιο του ίδιου έτους μετακομίζουν μαζί με την ελληνική κυβέρνηση στην Κρήτη.

Το ζευγάρι δεν έμεινε πολύ εκεί και πήγε στο Κάιρο και το 1944 εκδίδει τις Δοκιμές του. Τον ίδιο χρόνο εκδίδει στην Αλεξάνδρεια το Ημερολόγιο Καταστρώματος Β’, ποιήματα που παρουσιάζουν την ονειρική ανάμνηση της μακρινής Ελλάδας.

Το 1945 με την απελευθέρωση γυρίζει στην χώρα καταγωγής του και γίνεται διευθυντής του Πολιτικού Γραφείου του Αντιβασιλέα, Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού ως το 1946. Το 1947 δημοσιεύει την Κίχλη (ο τίτλος του ποιήματος προήλθε από ένα πλοίο που βυθίστηκε ανοιχτά του Πόρου στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο), που είναι γεμάτη απαισιοδοξία, γιατί η Ελλάδα, αν και ελεύθερη, δεν παύει να αιμορροεί. Είναι οι επεμβάσεις των ξένων και ο εμφύλιος πόλεμος. Ο ποιητής εδώ μίλησε για το σπαραγμό του τόπου από τα δεινά του πολέμου. Αυτό το ποίημα έδωσε το Νόμπελ στο Σεφέρη και το πρώτο Νόμπελ Λογοτεχνίας στην Ελλάδα.

Απόσπασμα από την Κιχλή:

Α´

Τὸ σπίτι κοντὰ στὴ θάλασσα

Τὰ σπίτια ποὺ εἶχα μου τὰ πῆραν. Ἔτυχε

νά᾿ ναι τὰ χρόνια δίσεχτα πόλεμοι χαλασμοὶ ξενιτεμοὶ

κάποτε ὁ κυνηγὸς βρίσκει τὰ διαβατάρικα πουλιὰ

κάποτε δὲν τὰ βρίσκει- τὸ κυνήγι

ἦταν καλὸ στὰ χρόνια μου, πῆραν πολλοὺς τὰ σκάγια-

οἱ ἄλλοι γυρίζουν ἢ τρελαίνουνται στὰ καταφύγια.

Μὴ μοῦ μιλᾶς γιὰ τ᾿ ἀηδόνι μήτε γιὰ τὸν κορυδαλλὸ

μήτε γιὰ τὴ μικρούλα σουσουράδα

ποὺ γράφει νούμερα στὸ φῶς μὲ τὴν οὐρά της-

δὲν ξέρω πολλὰ πράγματα ἀπὸ σπίτια

ξέρω πὼς ἔχουν τὴ φυλή τους, τίποτε ἄλλο.

Καινούργια στὴν ἀρχή, σὰν τὰ μωρὰ

ποὺ παίζουν στὰ περβόλια μὲ τὰ κρόσσια τοῦ ἥλιου,

κεντοῦν παράθροφυλλα χρωματιστὰ καὶ πόρτες

γυαλιστερὲς πάνω στὴ μέρα-

ὅταν τελειώσει ὁ ἀρχιτέκτονας ἀλλάζουν,

ζαρώνουν ἢ χαμογελοῦν ἢ ἀκόμη πεισματώνουν

μ᾿ ἐκείνους ποὺ ἔμειναν μ᾿ ἐκείνους ποὺ ἔφυγαν

μ᾿ ἄλλους ποὺ θὰ γυρίζανε ἂν μποροῦσαν

ἢ ποὺ χάθηκαν, τώρα ποὺ ἔγινε

ὁ κόσμος ἕνα ἀπέραντο ξενοδοχεῖο.

Δὲν ξέρω πολλὰ πράγματα ἀπὸ σπίτια,

θυμᾶμαι τὴ χαρά τους καὶ τὴ λύπη τους

καμιὰ φορά, σὰ σταματήσω-

ἀκόμη

καμιὰ φορά, κοντὰ στὴ θάλασσα, σὲ κάμαρες γυμνὲς

μ᾿ ἕνα κρεβάτι σιδερένιο χωρὶς τίποτε δικό μου

κοιτάζοντας τὴ βραδινὴν ἀράχνη συλλογιέμαι

πὼς κάποιος ἑτοιμάζεται νὰ ῾ρθεῖ, πὼς τὸν στολίζουν

μ᾿ ἄσπρα καὶ μαῦρα ροῦχα μὲ πολύχρωμα κοσμήματα

καὶ γύρω του μιλοῦν σιγὰ σεβάσμιες δέσποινες

γκρίζα μαλλιὰ καὶ σκοτεινὲς δαντέλες,

πὼς ἑτοιμάζεται νὰ ᾿ ρθει νὰ μ᾿ ἀποχαιρετήσει-

ἤ, μιὰ γυναίκα ἐλικοβλέφαρη βαθύζωνη

γυρίζοντας ἀπὸ λιμάνια μεσημβρινά,

Σμύρνη Ρόδο Συρακοῦσες Ἀλεξάντρεια,

ἀπὸ κλειστὲς πολιτεῖες σὰν τὰ ζεστὰ παράθυροφυλλα,

μὲ ἀρώματα χρυσῶν καρπῶν καὶ βότανα,

πὼς ἀνεβαίνει τὰ σκαλιὰ χωρὶς νὰ βλέπει

ἐκείνους ποὺ κοιμήθηκαν κάτω ἀπ᾿ τὴ σκάλα.

Ξέρεις τὰ σπίτια πεισματώνουν εὔκολα, σὰν τὰ γυμνώσεις.

Στην ομιλία του όταν πήρε το Νόμπελ, στις 10 Δεκεμβρίου 1963, ο μεγάλος ποιητής είπε, ανάμεσα στα άλλα:

«… Ανήκω σε μια χώρα μικρή. Ένα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού του, τη θάλασσα, και το φως του ήλιου. Είναι μικρός ο τόπος μας, αλλά η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγμα που τη χαρακτηρίζει είναι ότι μας παραδόθηκε χωρίς διακοπή. Η ελληνική γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται. Δέχτηκε τις αλλοιώσεις που δέχεται κάθε τι ζωντανό αλλά δεν παρουσιάζει κανένα χάσμα. Άλλο χαρακτηριστικό αυτής της παράδοσης, είναι η αγάπη της για την ανθρωπιά, κανόνας της είναι η δικαιοσύνη. …»

Το 1964 διορίζεται ο Σεφέρης επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και του πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Το 1966 εκδίδει τα «Τα τρία κρυφά ποιήματα», ένα έργο αινιγματικό, αλλά βαθύ στα νοήματα και άψογο στη μορφή. Στη δικτατορία (1967-1974) ο Σεφέρης εκδήλωσε φανερά την ανησυχία του για την κατάσταση στην Ελλάδα με δηλώσεις και με γραπτά του.

Ο Γιώργος Σεφέρης δεν πρόλαβε να δει την Ελλάδα απελευθερωμένη από την χούντα και άφησε την τελευταία του πνοή το 1971. Χιλιάδες κόσμου πήγε στην κηδεία του που μετατράπηκε σε μία από τις πρώτες πορείες διαμαρτυρίας ενάντια στο καθεστώς.

Η προσφορά του Γιώργου Σεφέρη στα ελληνικά γράμματα είναι ιδιαίτερα σημαντική. Άνοιξε ένα νέο δρόμο στην ελληνική ποίηση ενώ είναι ένας από τους καλύτερους «μάστορες» της ποιητικής τέχνης. Το ύφος του σεμνό και ρεαλιστικό και η έκφρασή του λιτή, αστόλιστη που μιλάει απλά για τη νεοελληνική πραγματικότητα με τις ατυχίες της και το δράμα της. Πολλά ποιήματά του έγιναν τραγούδια από Έλληνες μουσικοσυνθέτες.

Σε ένα από τα ημερολόγια του, ο Γιώργος Σεφέρης κατέγραψε με ιδιαίτερη οξύτητα το χάλι των νεοελλήνων της εποχής του χωρίς να φείδεται κατηγοριών και εξοστρακισμών. Αυτό που τον ταλάνιζε ήταν ο χωρισμός της Ελλάδας σε δύο μέτωπα: το λαϊκό και την εθνικιστική δεξιά. Παράλληλα διέκρινε μία καταρρακωμένη ελίτ, εκδικητική, με λερωμένο μητρώο και συνθήκες που δεν είχαν καμία σχέση με τις συνθήκες του τόπου.

Ουσιαστικά η κατάσταση που διέκρινε ο Σεφέρης έχει μεγάλες ομοιότητες με την σημερινή, το 2014. Τα λόγια του τα λένε όλα και δείχνουν ότι οι άνθρωποι του πνεύματος και της τέχνης είναι πάντα επίκαιροι και πρέπει όλοι να τους θυμούνται σε εποχές κρίσης:

«Αποκαρδιωμένος όπως πάντα ύστερα από κάτι τέτοια, μολονότι τα είδα τόσες και τόσες φορές, όπου η βλακεία, η εγωπάθεια, η μωρία και η γενική αναπηρία της ηγετικής τάξης στη σημερινή Ελλάδα σε φέρνει στην ανάγκη να ξεράσεις. Γιατί; Γιατί είμαι δεμένος με αυτό τον τόπο και μολονότι δεν έχω καμιά απολύτως φιλοδοξία για πολιτική δράση, μου φαίνεται σαν ένα είδος ακρωτηριασμού να πω ξαφνικά να σας χέσω και να αποξενωθώ από όλα αυτά. Γιατί είμαι βέβαιος πως τούτοι οι ελεεινοί δεν αντιπροσωπεύουν τη ζωντανή Ελλάδα, δεν αντιπροσωπεύουν τίποτε και υπάρχουν άγνωστοι, πολλοί που δεν ξέρουν, αλλά που αξίζουν, που σε φωνάζουν».

reader.g

Σχόλια

Comments are closed, but trackbacks and pingbacks are open.