Η μεγάλη ευκαιρία για τα ελληνικά ομόλογα από το “μπαζούκας” της Λαγκάρντ

Η κυρία Λαγκάρντ και το Συμβούλιο της ΕΚΤ με τις ανακοινώσεις τους, την Πέμπτη 4 Ιουνίου, επιχείρησαν αναμφίβολα να ανταποκριθούν στις προσδοκίες των αγορών.Για τον λόγο αυτό, αύξησαν τα διαθέσιμα κεφάλαια του “έκτακτου QE”, του προγράμματος PEPP, με επιπλέον 600 δισ. ευρώ, παρέτειναν τη διάρκειά του τουλάχιστον μέχρι τον Ιούνιο του 2021 και επιβεβαίωσαν ότι θα συνεχίσουν την επανεπένδυση των τίτλων που λήγουν στο μεταξύ με νέες αγορές.

Αυτό ισοδυναμεί με το ότι το διαθέσιμο και εν ενεργεία “πακέτο” θα παραμένει μέχρι και τον Ιούνιο του 2021 στο επίπεδο των 1,35 τρισ. ευρώ, αν στο μεταξύ μέχρι τότε δεν αυξηθεί περεταίρω.

Πέραν, όμως, της ανταπόκρισης στις προσδοκίες των αγορών, υπάρχει ακόμα μία πολύ σοβαρή παράμετρος πίσω από αυτές τις ανακοινώσεις και αυτή δεν είναι άλλη από την εκτίμηση του Συμβουλίου για την εξαιρετικά σοβαρή επιδείνωση της ύφεσης στην Ευρωζώνη. Τα προσωρινά στοιχεία που έχει στη διάθεσή της η ΕΚΤ δείχνουν μια απότομη “βουτιά” στην οικονομία της Ευρωζώνης, από την οποία η ανάδυση στην επιφάνεια της οικονομικής ανάκαμψης είναι αμφίβολο το πώς και πότε μπορεί να προβλεφθεί.

Στο πλαίσιο αυτής της εκτίμησης, στο Συμβούλιο της ΕΚΤ υπήρξε πραγματικά ομοφωνία ως προς την αναγκαιότητα παρέμβασης, πριν η “εικόνα” της πραγματικής κατάστασης της οικονομίας εμφανιστεί στα επίσημα και δημόσια στατιστικά στοιχεία, ειδικά του διμήνου Απριλίου-Μαΐου. Η όποια διαφοροποίηση δεν αφορούσε, υπό αυτές τις συνθήκες, το αν θα πρέπει να υπάρξει άμεση δράση, αλλά μόνο το εύρος και το είδος της δράσης αυτής.

Αυτή η παράμετρος υποχρέωσε την ΕΚΤ να δράσει προληπτικά με ένα νέο μεγάλο πακέτο παρέμβασης που αυξήθηκε στα 1,35 τρισ. ευρώ και το οποίο, αν προστεθεί στο πακέτο του “τακτικού QE”, ήτοι του PSPP, που είχε δρομολογηθεί από τον Μάριο Ντράγκι με 700 δισ. ευρώ, ξεπερνά πλέον τα 2,05 τρισ. ευρώ.

PEPP και τράπεζες
Και αυτό είναι το βασικό κομμάτι της παρέμβασης, γιατί υπάρχει και το “πακέτο” του Απριλίου που αφορά τις τράπεζες και το TLTRO III, το οποίο πρόκειται να ενεργοποιηθεί σε περίπου έναν μήνα και παρέχει εκατοντάδες δισ. ευρώ σε “δάνεια” προς τις τράπεζες, οι οποίες θα επωφελούνται επιτοκίου -1,00%, δηλαδή θα εισπράττουν επιτόκιο 1% για κάθε ευρώ που θα “δανειστούν” από την ΕΚΤ, με μοναδική υποχρέωση να το προωθήσουν ως δάνειο σε επιχειρήσεις/νοικοκυριά (!).

Βέβαια, η κυρία Λαγκάρντ, στη συνέντευξη που ακολούθησε την παρουσίαση του πακέτου, παραδόξως απέφυγε να απαντήσει σε ερώτημα για τους πραγματικούς λόγους που οδήγησαν την ΕΚΤ να προχωρήσει σε αγορές γερμανικών ομολόγων, και μάλιστα πολύ πάνω από την “κλείδα” της χώρας, παρά το γεγονός ότι τα γερμανικά ομόλογα συναλλάσσονται στη δευτερογενή αγορά με αρνητικά επιτόκια.

Να σημειωθεί ότι η ΕΚΤ έχει ήδη υπερβεί (στο 21%) την “κλείδα” του ορίου αγοράς ιταλικών ομολόγων (17%) προκειμένου να μειώσει τα spreads και τις αποδόσεις τους λόγω της βαθύτατης κρίσης στη χώρα. Το παράδοξο και αναπάντητο από την πλευρά της κυρίας Λαγκάρντ ερώτημα είναι ότι έχει κάνει το ίδιο για τα γερμανικά ομόλογα, πιέζοντάς τα σε περισσότερο αρνητικά επίπεδα.

Αυτό που επίσης ξεκαθάρισε η κυρία Λαγκάρντ ήταν η υπόθεση των Γερμανών δικαστών και της αμφισβήτησής τους για τη νομιμότητα της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ.
Η απάντηση της κυρίας Λαγκάρντ ήταν ότι η ΕΚΤ δίνει λογαριασμό στους ευρωπαϊκούς θεσμούς (Ευρωκοινοβούλιο, Ευρωδικαστήριο κ.λπ.) και όχι σε εθνικούς θεσμούς. Παρέπεμψε, δε, την επίλυση του θέματος στη γερμανική κυβέρνηση και το γερμανικό Κοινοβούλιο, συνιστώντας απαντήσεις οι οποίες δεν θα θέτουν σε αμφισβήτηση την υπόσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των θεσμών της.

Το σημείο που άφησε ανοιχτό η κυρία Λαγκάρντ αφορούσε τη στάση της απέναντι στους τίτλους εταιρικού χρέους που λόγω της ύφεσης χάνουν την investment grade διαβάθμισή τους, τους αποκαλούμενους “fallen angels”.

Εκεί η επικεφαλής της ΕΚΤ δήλωσε ότι το θέμα δεν συζητήθηκε, αλλά επισήμανε ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει προσδιορίσει τα όρια ελαστικότητας με την οποία αντιμετωπίζει το θέμα αυτό, χωρίς να αναφερθεί στο γεγονός ότι ήδη στις ανακοινώσεις της ΕΚΤ έχει δώσει το δικαίωμα στις εθνικές κεντρικές τράπεζες να “χαλαρώσουν”, όπου αυτό χρειάζεται, στην αποδοχή εγγυήσεων (τίτλων) προκειμένου να παράσχουν ρευστότητα στο τραπεζικό τους σύστημα.

Οι εξαιρετικές συνέπειες για τα ελληνικά ομόλογα
Η απόφαση της ΕΚΤ να διευρύνει το διαθέσιμο πακέτο στήριξης κρατικού και ιδιωτικού χρέους μέσω του PEPP είχε σαφώς ως πρωταρχικό φανερό στόχο την Ιταλία, αλλά σε κάθε περίπτωση έχει και έναν μεγάλο… κερδισμένο, που είναι η Ελλάδα.

Με την αύξηση του διαθέσιμου πακέτου του PEPP αυξάνεται ο όγκος των ελληνικών ομολόγων που μπορεί να αγοράσει η ΕΚΤ εάν και εφόσον χρειαστεί, γεγονός που αναμένεται να συμπιέσει ακόμα περισσότερο όχι μόνο τις αποδόσεις, αλλά και τα spreads των ελληνικών ομολόγων.

Το πλέον ενδιαφέρον στοιχείο, όμως, εδώ είναι ότι ο εν δυνάμει όγκος των ελληνικών ομολόγων που μπορεί πλέον να αγοράσει η ΕΚΤ (18+9) ξεπερνά τον όγκο των διαθέσιμων στη δευτερογενή ελληνικών ομολόγων.

Και αυτό γιατί από τα περίπου 30-32 δισ. ευρώ σε ελληνικά ομόλογα που βρίσκονται διαθέσιμα σε διάφορα χαρτοφυλάκια, τα πραγματικά διαθέσιμα και εμπορεύσιμα στη δευτερογενή αγορά δεν ξεπερνούν τα 12-14 δισ. ευρώ. Με άλλα λόγια, η ΕΚΤ, ακόμα και αν ήθελε –ή χρειαζόταν− να εξαντλήσει με αγορές τη στήριξή της στα ελληνικά ομόλογα, δεν θα έβρισκε… να αγοράσει. Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, βέβαια, η πίεση για περαιτέρω συμπίεση των αποδόσεων και των spreads θα αυξηθεί, σε σημείο που –όπως αναμένεται– θα περάσουν σε αρνητικό πρόσημο τα spreads με τα ιταλικά ομόλογα…

Σχόλια

Comments are closed, but trackbacks and pingbacks are open.